Tuesday, January 23, 2007

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΘΗΚΗ

Κάποιοι μακρινοί συγγενείς,που γνώριζαν ότι είχε αποβιώσει,
θέλησαν να επιμεληθούν της δημοσιεύσεως της διαθήκης.
Bρήκαν,μετά από καιρό,μόνο ένα σημείωμα-που θεώρησαν πως ήταν διαθήκη-το οποίο έγραφε:

"Λυπάμαι εάν-όσο ζούσα-στενοχώρησα,αθέλητα,οιονδήποτε.
Εάν,τυχόν,συνέβη αυτό - χωρίς να έχω τέτοια πρόθεση
(αφού ποτέ δεν σκόπευσα τίποτε παραπάνω από περίπου ενός μηνός αναψυχή,άλλο εάν - παρασυρθείς, από την μέθη και τις απολαύσεις του ταξιδιού - τον υπερέβην)-ενδεχομένως να οφειλόταν(πέραν της απειρίας και του "νεανικού ενθουσιασμού")στην εντιμότητά μου.
Έτσι κι αλλιώς(αν και χωρίς λόγο),μοιράστηκε η πίκρα.
Ανεξαρτήτως των προαναφερομένων,όσοι είχαν-εν ζωή-την
εκτίμηση και την αγάπη μου,συνεχίζουν να την έχουν
και όχι μόνο γιατί,ούτως ή άλλως,ο αποβιώσας δεν μπορεί
να αλλάξει γνώμη,αλλά γιατί - και αν είχα
επιλέξει παράταση ζωής - δεν θα άλλαζα επιπόλαια τη
γνώμη μου,παρασυρόμενος από την τεχνητή ροή των ποταμών,
άλλοτε προς τη μια κι άλλοτε προς την άλλη κατεύθυνση,ή
-αλλιώς-σε μια διαρκή εναλλαγή φωτός και σκότους".


Μαζί,με το σημείωμα αυτό,υπήρχε κι άλλο ένα,
στο οποίο ήταν γραμμένο ένα ποίημα-όχι από
τα συνήθως προβαλλόμενα-του Κ.Π.Καβάφη:

Εις το επίνειον

Νέος,είκοσι οκτώ ετών,με πλοίον τήνιον
έφθασε εις τούτο το συριακόν επίνειον
ο Έμης, με την πρόθεσι να μάθει μυροπώλης.
Όμως αρρώστησε εις τον πλουν.Και μόλις
απεβιβάσθη, πέθανε. Η ταφή του,πτωχοτάτη,
έγιν’ εδώ. Ολίγες ώρες πριν πεθάνει,κάτι
ψιθύρισε για “οικίαν”,για “πολύ γέροντας γονείς”.
Μα ποιοι ήσαν τούτοι δεν εγνώριζε κανείς,
μήτε ποια η πατρίς του μες στο μέγα πανελλήνιον.
Καλλίτερα. Γιατί έτσι ενώ
κείται νεκρός σ’ αυτό το επίνειον,
θα τον ελπίζουν πάντα οι γονείς του ζωντανό.